Local Fuzz

All that fuzz

Αφιέρωμα: Neurosis – The Story So Far

neurosis

Με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από τη δημιουργία της μπάντας και ενός χρόνου από την πρώτη (και μοναδική) εμφάνιση τους στην Ελλάδα, το Local Fuzz παρουσιάζει ένα μεγάλο αφιέρωμα στους Neurosis. Ακολουθώντας ολόκληρη την πορεία τους, από το hardcore του δεύτερου μισού των 80s μέχρι και το σπουδαίο παρόν, γίνεται αντιληπτό το μεγαλείο του γκρουπ από την Καλιφόρνια!

Επιμέλεια αφιερώματος: Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος, Πάνος Δρόλιας, Νίκος Ζέρης, Ειρήνη Τάτση

NEUROSIS: A chronology for survival (in neurotic projects)

Υπάρχουν συγκροτήματα που τα μέλη τους είναι αφοσιωμένα στη δουλειά τους. Υπάρχουν μερικά άλλα που είναι τόσο αφοσιωμένα στη δουλειά τους ώστε τα μέλη τους αναζητούν παντού διεξόδους μέσα από αναρίθμητες μπάντες και projects για να εκφράσουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες.

Tο παρακάτω αφιέρωμα κάνει μια προσπάθεια να σας γνωρίσει αυτούς τους πολυάσχολους τύπους που κρύβονται πίσω από ένα εκ των πιο εμβληματικών συγκροτημάτων του ακραίου ήχου, καθώς και στον τρόπο που τα side-project τους επηρέασαν τη μουσική τους πορεία.

neurosis3

An introduction to the souls at zero.

Ο Scott Kelly είναι frontman κι αυτό λίγο πολύ τα λέει όλα. Έχει την παρουσία –σκηνική κι εξωτερική – την εμφάνιση, το χαρακτήρα, την αστείρευτη μουσική έμπνευση που ένας άνθρωπος με τέτοιο χαρακτηρισμό θα έπρεπε να έχει. Χωρίς να αποτελεί εξαίρεση από την υπόλοιπη συνομοταξία των Neurosis, καταπιάστηκε ανά τα χρόνια με πολλά project για να δημιουργήσει τα όλο και περισσότερα, περιπλοκότερα και σκοτεινά «παιχνίδια» του, πέρα από αυτά που μας έχει προσφέρει μέσω των Neurosis. Κάθε του δημιουργία ξεχωριστή κι αγαπημένη, η κιθάρα του το φάντασμα που στοιχειώνει τις νύχτες μας και η απόκοσμη φωνή του το αεράκι που καθιστά τις τρίχες στη ραχοκοκαλιά σου αυτόβουλες υπάρξεις που τεντώνονται μέχρι να πιαστούν. Και όπως έχετε ήδη καταλάβει, ο άνθρωπος ξέρει να κάνει συνεργασίες, με μεγάλα ονόματα του χώρου που οι χημείες τους έχουν δημιουργηθεί για τρανή εξώθερμη αντίδραση, όπως ο Mike Williams, o Scott “Wino” Weinrich (SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO), o Dale Crover καθώς και ο Al Cisneros.

Ο ρόλος που διαδραματίζει ο Steve von Till στους NEUROSIS δε χωράει περισσότερου σχολιασμού. Το έργο που έχει αφήσει μέσα από τους δίσκους του είναι ο καλύτερος τρόπος για να προσδιοριστεί το ανήσυχο μουσικό του πνεύμα. Παρόλα αυτά, όλος αυτός ο δυναμισμός, ο πειραματισμός και η παρατεταμένη αντικομφορμιστική μουσική πορεία που γνωρίσαμε μέσα από την συνύπαρξη με τους κυρίους Scott Kelly, Dave Edwardson, Jason Roeder και Noah Landis, έπρεπε να βρει το αντιστάθμισμά του. Όφειλε να κατευνάσει τις πρώιμες παρορμητικές του συνθετικές ικανότητες, αντισταθμίζοντάς τες με πιο ήρεμες και απλές μουσικές φόρμες.

Ένας χιπστερικός μύθος λέει ότι δε γνωρίζεις καλά ένα συγκρότημα εάν δεν ξέρεις το όνομα του μπασίστα τους. Ο Dave Edwardson λοιπόν αποτελεί την πιστή «ήρεμη δύναμη» των NEUROSIS από το ξεκίνημα τους, έχοντας αποτελέσει μέλος σε πάρα πολλά μικρότερα σχήματα των οποίων ο ήχος εκτείνεται από ηλεκτρονική μουσική μέχρι hardore punk, φανερή απόδειξη τόσο της ανοιχτομυαλιάς του όσο και των ποικιλόχρωμων επιρροών που έχει να προσφέρει στο βασικό σχήμα των NEUROSIS. Αναφορικά θα υποδείξουμε τους I AM SPOONBENDER, JESUS FUCKING CHRIST, KICKER, MDC, NOISEGATE SACRILEGE B.C. και NAILBOMB, των οποίων μέλος υπήρξε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τις περισσότερες φορές.

O αργός, μακρόσυρτος και χαρακτηριστικός αυτός ήχος των drums στους NEUROSIS, το ρυθμικό backround στη μουσική τους θηριωδία, οφείλεται στο πρόσωπο του Jason Roeder. Επίσης στο συγκρότημα από το ξεκίνημα του, έχει χτίσει τον ήχο του αγαπημένου αυτό συγκροτήματος με κάθε χτύπο στα τύμπανά του, δυνατό κι ανεπαίσθητο, μονό ή πολλαπλό. Αν και η δράση του σε project εκτός των NEUROSIS ήταν σαφώς μικρότερη των υπολοίπων, σημαντική είναι η συμβολή του στην επανένωση των SLEEP, αφού εκτελεί χρέη drummer για τα μεγαθήρια του stoner doom ήχου από το 2009.

Last but not least, το νεότερο μέλος της μπάντας, (αν και όχι τόσο νέο αφού έχει συμπληρώσει πλέον τα 20 του χρόνια στο συγκρότημα) ο Noah Landis, υπεύθυνος για οτιδήποτε πληκτροειδές, ηλεκτρονικό και ηχογραφημένο έχει συνοδεύσει ανά τα χρόνια τόσο υπέροχα τη δαιμονισμένη μουσική των Neurosis. Ιδιαίτερα αισθητή και η συμμετοχή του στους Tribes of neurot που αποτέλεσαν τη βασικότερη διέξοδο των NEUROSIS τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας τους.

Ήρθε η ώρα να μεταφερθούμε λίγο πιο περιφερειακά από τον σκληρό πυρήνα των μελών της μπάντας. Ο λόγος γίνεται φυσικά  για τον Josh Graham, ο οποίος επί δώδεκα συναπτά έτη είχε την επιμέλεια του συνολικού artwork των NEUROSIS. Τόσο στις επίσημες κυκλοφορίες με τα εξώφυλλα των “The Eye of Every Storm” (2004), “Given to the Rising” (2007) και “Honor Found in Decay” (2013) να είναι δικής του έμπνευσης, όσο και με το visual art κατά την διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων της μπάντας. Ο δεύτερος αυτός ρόλος κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος είναι, αφού τα visual art στην μετά-“A Sun That Never Sets” εποχή κατέχουν ισάξια θέση με αυτή της μουσικής κατά τις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος. Και όχι άδικα, αφού ο Josh Graham συμβάλει τα μέγιστα στην δημιουργία μιας μοναδικής ατμόσφαιρας σε κάθε ένα ξεχωριστά από τα κομμάτια του εκάστοτε δίσκου. Δηλώνεται άλλωστε ως μόνιμο μέλος, αποκλειστικά για την δημιουργία και την χρήση των οπτικών εφέ.  Κάπως έτσι λοιπόν στο “The Eye of Every Storm” δίνει μια πιο ποικιλόχρωμη προσέγγιση, με μια θεματολογία βγαλμένη κυρίως μέσα από αρχετυπικές εικόνες της φύσης ενώ στο “Given to the Rising” το οπτικό πρίσμα σκουραίνει επικίνδυνα, με τις εικόνες στο πανί να ενσαρκώνουν γκροτέσκα αποσπάσματα από τα έργα του Jack London. Δυστυχώς η αποχώρησή του από την μπάντα, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα φιλικό κλίμα κι από τις δύο πλευρές, έγινε πριν την κυκλοφορία του “Honor Found In Decay” κι έτσι δεν θα καταφέρουμε να δούμε την οπτική μεταφορά των κομματιών του δίσκου. Όμως οι ικανότητες του  Josh Graham δεν μένουν μόνο στα εικαστικά και την σκηνοθεσία. Είναι άλλωστε από τους λίγους visual artists που η σχέση τους με την μουσική βιομηχανία δεν ήταν ποτέ επιδερμική. Όπως ο Jacob Bannon (CONVERGE) ή ο John Baizley (BARONESS), έτσι κι ο Graham σχηματίζει τις δικές του μπάντες, συμμετέχει σε μουσικά project και γενικά μόνο στάσιμος δεν μένει όλα αυτά τα χρόνια.

neurosis2

The web (of projects and albums)

The Hardcore Punk era (1985-1991)

THE BAND

Πατώντας στην παράδοση που είχαν χτίσει οι πρώτες βρετανικές και αμερικάνικες punk μπάντες, το ανερχόμενο μουσικό ρεύμα του hardcore punk είχε ήδη αρχίσει να αποκτά γερές βάσεις στην California από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και έπειτα. Παρά τον αμιγώς underground χαρακτήρα στο ξεκίνημα τους, συγκροτήματα σαν τους BLACK FLAG, DRI και SOCIAL DISTORTION είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν μια ισχυρή βάση οπαδών αλλά και να προλειάνουν κατάλληλα το έδαφος για τα επόμενα ονόματα που επρόκειτο να ακολουθήσουν. Εμφανώς επηρεασμένοι από το συγκεκριμένο ρεύμα και παρά την επέλαση του thrash metal που γινόταν πλέον αισθητή τόσο στην Bay Area του San Francisco όσο και στο Los Angeles, ο κιθαρίστας/τραγουδιστής Scott Kelly, μαζί με τον μπασίστα Dave Edwarson και τον ντράμερ Jason Roeder, οι οποίοι είχαν συνυπάρξει στους VIOLENT COERCION, δημιούργησαν το 1985 στο Oakland της California τους NEUROSIS. Ένα χρόνο μετά στο line-up προστέθηκε και ο Chad Salter αναλαμβάνοντας χρέη δεύτερου κιθαρίστα. Με αυτή τη σύνθεση οι NEUROSIS ηχογράφησαν το πρώτο τους demo το 1986 ενώ στο ίδιο διάστημα άρχισαν να δίνουν τις πρώτες τους συναυλίες σε τοπικές κυρίως σκηνές όπως αυτή του 924 Gilman Street στο δυτικό Berkeley. To 1988 δεν άργησε να έρθει και το πρώτο τους full-length άλμπουμ με τίτλο “Pain of mind”. Ουσιαστικά το “Pain of Mind” ήταν η αποτύπωση της έντονης επίδρασης σχημάτων σαν τους CRUCIFIX, DISCHARGE και AXEGRINDER που διακρίνονταν ως επί το πλείστον για την ακατέργαστη crust punk τεχνοτροπία τους. Βεβαίως πλην αυτών των επιρροών εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς στα riffs κομματιών όπως τα “Self-Taught Infection” και “Stalemate” και κάποια πρώιμα sludge ψήγματα, τα οποία αργότερα αποτέλεσαν βάση του ήχου των NEUROSIS.

Λίγο μετά από την κυκλοφορία του “Aberration” EP οι μουσικές ισορροπίες εντός του συγκροτήματος έμελλε να αλλάξουν με την αντικατάσταση του Chad Salter από τον Steve Von Till. Η εφευρετικότητα σε συνδυασμό με το ανεξάντλητο κιθαριστικό ταλέντο του Von Till αποτέλεσαν αναμφισβήτητα κινητήριο μοχλό για την μετάβαση των NEUROSIS σε μια πιο ανοιχτόμυαλη και πολυδιάστατη μουσική προσέγγιση. Αυτή η μετάβαση ωστόσο δεν έγινε με ταχείς ρυθμούς καθώς όπως τουλάχιστον απέδειξε το “The Word as Law”, που κυκλοφόρησε το 1990, το συγκρότημα δεν αναλώθηκε σε ρηξικέλευθες ανατροπές στον ήχο του. Για μια ακόμη φορά κυριάρχησε ένα αμιγώς crust punk μοτίβο με σαφώς πολύ πιο οργισμένες τάσεις. Η παραγωγή όσο και η μίξη όμως δεν βοήθησαν ώστε να αναδειχθούν αρετές όπως η ενέργεια και η ωμότητα, που ανέδυε η συνύπαρξη των Scott Kelly και Steve Von Till στις κιθάρες και στα φωνητικά, καθώς οι αισθητά ανεβασμένες μπασογραμμές του Edwarson κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά το μεγαλύτερο κομμάτι του δίσκου. Τις εντυπώσεις από το δισκογραφικό αποτέλεσμα μάλιστα δεν κατάφεραν παρά να διαφοροποιήσουν ελάχιστα οι επαναηχογραφήσεις πέντε κομματιών από το “Pain of Mind” συν η διασκευή στο “Day of the Lords” των JOY DIVISION, που προστέθηκαν ως bonus για τις ανάγκες τις κυκλοφορίας του άλμπουμ σε CD το 1991, με τα “Tomorrow’s Reality” και “To What End?” να παραμένουν μέχρι και σήμερα ίσως οι κορυφαίες στιγμές του.

THE PROJECTS

Η παρθενική κυκλοφορία και ο πειραματισμός τους στο hardcore punk, η απειρία, το αβέβαιο μέλλον, ίσως και το νεαρό της ηλικίας τους, τους απέτρεψαν από τη δημιουργία project τα πρώτα εκείνα χρόνια. Αργότερα όμως ήρθαν όλα μαζί…

The secrets of stars hide within the Grey (1992-2000)

THE BAND

Η περίοδος που ακολούθησε έπειτα από το “The Word as Law” θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το σημείο εκκίνησης για την μεταστροφή των NEUROSIS σε σαφώς πιο πειραματικές μουσικές φόρμες. Η χρησιμοποίηση αρχικά του Adam Kendall από το 1990 έως το 1993 και μετέπειτα του Pete Inc. μέχρι το 2000, ως υπεύθυνους για το κομμάτι των visuals στις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος, δεν ήταν απλώς και μόνο στα πλαίσια της DIY ηθικής αλλά ήταν ταυτόχρονα και μια ξεκάθαρη προσπάθεια τόνωσης του ατμοσφαιρικού υπόβαθρου που ομολογουμένως έλειπε από την μουσική των NEUROSIS. Η θέληση αυτή αποτυπώθηκε έμπρακτα στο “Souls at Zero”, το οποίο δανείστηκε την ονομασία του από ένα κεφάλαιο του βιβλίου “The great and secret show” του Clive Barker. Το punk στοιχείο μπήκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην άκρη δίνοντας τη θέση του σε ψυχωτικούς tribal ρυθμούς, τα riffs φλέρταραν ανοικτά με αρκετά πιο sludge/doom κλίμακες ενώ η συνολική συνθετική προσέγγιση του άλμπουμ εδράστηκε σε μια πιο πειραματική-progressive φιλοσοφία. Ρόλο-κλειδί σε αυτή την φιλοσοφία αποκτούσε ο Simon McIlroy, ο οποίος με την συνεισφορά του στον τομέα των πλήκτρων και των samples ενισχύσε την ατμοσφαιρική υπόσταση του ήχου, κάτι που άλλωστε καταμαρτυρούν και συνθέσεις όπως τα “Flight”, “Sterile vision” και “Stripped”.

Η θεαματική μεταμόρφωση των NEUROSIS ολοκληρώνεται ένα χρόνο μετά, όταν και με κεκτημένη ταχύτητα από το “Souls at Zero” κυκλοφορούν το ανυπέρβλητο “Enemy of the Sun”, εγκαινιάζοντας με τον καλύτερο τρόπο μια δημιουργική φάση τριών δίσκων που κατά πολλούς θεωρείται μέχρι και σήμερα αξεπέραστη. Όλα τα στοιχεία που δήλωσαν αχνά την παρουσία τους στο “Souls at Zero” γίνονται κτήμα και κανόνας, που θα συνοδεύει αλλά και θα χαρακτηρίζει εφεξής την πορεία του σχήματος από το Oakland. Έπειτα από ένα σύντομο sample, παρμένο από την ταινία “Sheltering sky” του 1990, και την ιδιαίτερα χαρακτηριστική φράση “Because we don’t know when we will die, we come to think of life as an inexhaustible well”, το εναρκτήριο “Lost” ορίζει επί της ουσίας το περιεχόμενο του δίσκου: riffs-ογκόλιθοι που αργοσέρνονται θερίζοντας τα πάντα στο διάβα τους, μπασογραμμές σεμιναριακού επιπέδου και ambient μελωδίες, οι οποίες υφαίνουν μια ατμόσφαιρα που κραδαίνει συνεχώς σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του κάθε ανυποψίαστου και ψυχικά απροετοίμαστου ακροατή. Παράλληλα, εμφανέστατη είναι επίσης και η αλλαγή πλεύσης στο στιχουργικό κομμάτι. Έχοντας απομακρυνθεί εντελώς από το κοινωνικό-πολιτικό καταγγελτικό ύφος του hardcore punk ξεκινήματος, οι στίχοι αποκτούν έναν σαφέστατο ψυχολογικό-φιλοσοφικό προσανατολισμό, που χάρη στις χαμαιλεοντικές ερμηνείες των Kelly και Von Till δημιουργούν μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην οργή και την μελαγχολία.

Η διαρκώς αυξανόμενη δυναμική του ονόματος των NEUROSIS καθώς και το γεγονός ότι το συγκρότημα άρχισε να οικοδομεί ένα νέο και αρκετά συμπαγή πυρήνα οπαδών, στάθηκαν αρκετά για να τους χαρίσουν την ευκαιρία να υπογράψουν στην Relapse Records. Το ντεμπούτο τους στην Relapse μόνο ως ονειρικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Δίχως καμία δόση υπερβολής, το “Through Silver in Blood” του 1996 δεν αγγίζει απλά το τέλειο αλλά είναι η απόλυτη έκφραση της τελειότητας. Με το μαγικό χέρι του γνωστού και μη εξαιρετέου Billy Anderson να αναλαμβάνει την παραγωγή από κοινού με το συγκρότημα, και με τον νεοεισελθόντα Noah Landis να δίνει τον δικό του ξεχωριστό τόνο στον τομέα των synths, οι συνθέσεις αγγίζουν για πρώτη φορά τόσο ψυχωτικά και ταυτόχρονα μεγαλειώδη επίπεδα προκαλώντας απανωτούς εγκεφαλικούς οργασμούς στον ακροατή. Στην ένταση που σφιχταγκαλιάζει το άλμπουμ έχουν μερίδιο όλοι. Το δίδυμο Scott Kelly/Steve Von Till με τους πεσιμιστικούς-σκοταδιστικούς στίχους του αλλά και με την έξοχη κιθαριστική δουλειά σε συνθέσεις όπως τα “Locust Star” και το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ, τα οποία μέχρι και σήμερα κοσμούν τα συναυλιακά setlists του σχήματος, ο Dave Edwarson χαρίζοντας βάθος αλλά και ισορροπία σε πιο ήρεμες στιγμές σαν το “Purify” και “Aeon” ενώ οι επιδόσεις του Jason Roeder πίσω από το drum kit είναι μακράν οι καλύτερες της καριέρας του.

Το αριστουργηματικό “Times of Grace” που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά αποτέλεσε το ιδανικό συμπλήρωμα του “Through Silver in Blood” ολοκληρώνοντας με τον ιδανικότερο τρόπο την καλύτερη περίοδο της ιστορίας των NEUROSIS. Δημιουργημένο ώστε να ακουστεί παράλληλα με το “Grace” των TRIBES OF NEUROT, το ambient side project του σχήματος, το “Times of Grace” αποτελεί τον ορισμό της τέχνης στην πιο σοκαριστική και αποστομωτική της μορφή, συμπυκνώνοντας ένα χαρμάνι ήχων με μουσική αφετηρία το sludge και το industrial και κατάληξη το ambient και την avant-garde folk. Κατεξοχήν ορχηστρικά όργανα όπως το βιολί και το τσέλο μπαίνουν ακόμα πιο δυναμικά στην εξίσωση και με την ανεξάντλητη έμπνευση των μελών της μπάντας οδηγούν τον ακροατή σε ένα λυτρωτικό μονοπάτι κάθαρσης. Κάποιοι άλλοι έσπευσαν να χαρακτηρίσουν αυτό το μουσικό υβρίδιο ως post-metal. Κάποιοι άλλοι απλά προτίμησαν να το χρησιμοποιήσουν απλά ως έμπνευση την δημιουργία του δικού τους μουσικού στίγματος. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το πρόσωπο της heavy μουσικής είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Και οι NEUROSIS ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτό.

THE PROJECTS

MILK CULT (1992):

Αξιοσημείωτη ίσως είναι η συμμετοχή των Scott Kelly και Steve Von Till στο side project των STEEL POLE BUTHTUB, υπό το όνομα MILK CULT. Το συγκρότημα κυκλοφόρησε 4 δίσκους με έντονο το post punk στοιχείο την περίοδο 1992-2000, με ηχηρές συνεργασίες όπως αυτή με τον Mike Patton. Έπειτα εξαφανίστηκαν, με τρόπο τόσο ήσυχο όσο και η εμφάνισή τους στη μουσική σκηνή.

TRIBES OF NEUROT (1995):

Η πρώτη ενασχόληση με side project στην ιστορία των NEUROSIS δεν ήταν τίποτε άλλο από την παρέα των Kelly, Von Till, Edwardson, Roeder και Landis, να δημιουργούν ένα ακόμη συγκρότημα υπό το όνομα TRIBES OF NEUROT. Η λέξη tribes φανερώνει χαρακτηριστικά τον προσανατολισμό του ήχου τους, με πολλά ατμοσφαιρικά στοιχεία παρμένα από τον ανθρωπολογικό μυστικισμό των ιθαγενών καθώς και με χαρακτηριστικά τα κρουστά όπως και την απουσία φωνητικών. Οι TRIBES OF NEUROT αποτέλεσαν το βασικό αποδιοπομπαίο τράγο των NEUROSIS για κάθε μουσική τους προσταγή που ξέφευγε λίγο παραπάνω από τον ήχο των NEUROSIS εκείνη την εποχή. Μετά τη διπλή τους κυκλοφορία το 1996 με τα “Rebegin” και “Silver Blood Transmission”, οι TRIBES OF NEUROT έγραψαν μουσική με αξιοπρόσεκτου μεγέθους ποσότητα και ποιότητα, που κυκλοφορούσαν κάθε ισημερία και ηλιοστάσιο κατά την περίοδο 1999-2001. Τελευταία τους κυκλοφορία το 2007, αν και δηλώνουν ακόμη ως ενεργοί ήταν ο καταπλητικός split δίσκος με τη μπάντα – θεμέλιο του drone ήχου, EARTH. Έφτασαν σε απερίγραπτα επίπεδα μουσικής έμπνευσης και δημιουργίας όμως με την εκπληκτική σύλληψη του δίσκου “Grace”, που ήταν ένα βαρύτερο παγανιστικής χροιάς πέπλο, σχεδιασμένο για να παίζει παράλληλα με το εξίσου ανυπέρβλητο “Times of grace” των NEUROSIS. Αξίζει να προσφέρετε στον εαυτό σας την εμπειρία του συνδυασμού τους.

SCOTT KELLY SOLO PROJECT (2000):

Μόλις το 2000 και με την παράλληλη κυκλοφορία του “Sovereign” EP, o Scott Kelly αποφάσισε να ξεκινήσει κι ένα δικό του solo project, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα το άνοιγμα του σε πιο post και folk ατμοσφαιρικούς ήχους, καθώς και την άλλαγή εποχής για τους NEUROSIS. Ο Scott δε κάνει τα πάντα για να ξεπεράσει τον εαυτό του αυτή τη φορά. Παρ΄όλη την ελάχιστη προσπάθεια όμως τα καταφέρνει. Μόνος με μόνη συντροφιά την κιθάρα του και την μοναδική και ιδιαίτερη φωνή του, γράφει μελαγχολικά ατμοσφαιρικά κομμάτια που σε ταξιδεύουν στην ύπαιθρο να αναπολείς παλιά, ξεχασμένα συναισθηματικά και κοσμικά μεγαλεία. Η solo δουλειά του περιλαμβάνει 3 full length κυκλοφορίες, “Spirit Bound Flesh” (2001), “The Wake” (2008) και “The Forgiven Ghost in Me” (2012), καθώς και split δίσκους με το συνονόματο φίλο και συχνό συνεργάτη του Scott “Wino” Weinrich (SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO) και τον Nate Hall.

STEVE VON TILL SOLO PROJECT (2000):

Η στροφή προς μιας παράλληλη με τους NEUROSIS, solo πορεία αποδείχθηκε ως η καλύτερη λύση. Έτσι λοιπόν το 2000, ταυτόχρονα με το Ep “Sovereign”, κυκλοφορεί το πρώτο προσωπικό του album, με την ονομασία “As the Crow Flies”. Η προσέγγιση παραείναι απλή. Μια κιθάρα, αργά μελαγχολικά φωνητικά και διάσπαρτα κάποιες συγχορδίες πιάνου ή κάποια στοιχειώδη κρουστά. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυθόρμητο ψυχογράφημα που έχει ως αυτοσκοπό τη ψυχική κάθαρση, τόσο του μουσικού όσο και του ακροατή. Μάλιστα, ένα χρόνο αργότερα θα ακολουθήσει την ίδια ψυχαναλυτική οδό κι ο Scott Kelly με το δικό του προσωπικό ντεμπούτο, “Spirit Bound Flesh”.

Free from the noise of lost souls (2001 – σήμερα)

THE BAND

Η συνεργασία του συγκροτήματος με τον Josh Graham πίσω από όλα τα visual arts συμπίπτει με μία ταυτόχρονη στροφή στον ήχο των NEUROSIS σε περισσότερα ατμοσφαιρικά στοιχεία, ακουστικά και μελωδικά περάσματα, καθώς και μεγάλη έμφαση στην ατμόσφαιρα. Θεμέλιο λίθο αυτής της αλλαγής αποτελεί το έπος τους “A sun that never sets” (2001), που έθεσε τα στανταρ για οτιδήποτε ακροβατεί μεταξύ μελωδίας και βάλτου, ο δίσκος τους που είναι ο προσωπικά αγαπημένος και αυτό δύσκολα θα αλλάξει. Οι φωνητικές ερμηνείες Kelly και Von Till απλά ξεπερνούν κάθε όριο και κάθε φαντασία, φτάνουν στο απόγειο τους, σε ανατριχιάζουν και σε στέλνουν απευθείας στην κόλαση που φαίνεται στιχουργικά να μην είναι τίποτε άλλο από τον ίδιο τον κόσμο που ζούμε (ή νομίζουμε ότι ζούμε). Η ιδιαίτερα καθαρή παραγωγή για τον ήχο τους ενισχύει μάλιστα αυτές τις κραυγές απελπισίας. Δεν υπάρχει κανένας φόβος να χρησιμοποιηθεί μια πανδαισία κρουστών και βιολιών για τη μεγέθυνση της απόκοσμης ατμόσφαιρας. Η απόγνωση για την ανθρώπινη φύση και οι κραυγές πρόσκλησης του ανθρώπου από την πρωτόγονη, και κάτα κάποιο τρόπο αγνή κατάσταση του, οδηγούν τους NEUROSIS στη συγγραφή των μακράν πιο συναισθηματικών και ανατριχιαστικών κομματιών τους, το έπος “The tide”, το “Falling unknown” ενώ ιδιαίτερης ουσίας χρίζει και το κομμάτι “Crawl back in”. Ένας δίσκος διαχρονικός και ορόσημο για την καριέρα τους, έκανε μια για πάντα τους NEUROSIS έναν ήλιο που δεν πρόκειται να δύσει ποτέ.

Το “A sun that never sets” αποτέλεσε και την τελευταία συνεργασία των NEUROSIS με τη Relapse records, καθώς εκείνη την εποχή το συγκρότημα κάνει το μεγάλο βήμα να ξεκινήσει τη δική του δισκογραφική εταιρία, υπό το όνομα “Neurot recordings”. Η κίνηση αυτή αποδείχτηκε σοφή, καθώς άφησε στους ίδιους πλήρη ελευθερία στις μουσικές τους κινήσεις, ενώ πλέον αποτελεί τη μαμά εταιρία για πολύ μεγάλα ονόματα του χώρου όπως οι ISIS, AMENRA, YOB, UFOMAMMUT, OM καθώς και όλων των projects και supergroups με τα οποία έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς. Δισκογραφικά, η πορεία τους συνεχίζεται το 2004 με το “The eye of every storm”, να εξελίσσει ακόμη περαιτέρω τον ήχο των NEUROSIS προς σημεία πιο χαλαρά, με καθαρότερα φωνητικά και ambient περάσματα, χαρακτηριστικές επιρροές των παράπλευρων μουσικών ενασχολήσεων όλης της μπάντας. Εδώ σημειώνεται και η πρώτη σημαντική δουλειά του Graham σε εξώφυλλα και artwork. Πολύ πιο αργό και ατμοσφαιρικό απ’ ότι μας έχουν συνηθίσει, το “The eye of every storm” αφήνει κι αυτό το στίγμα του με χαρακτηριστικά κομμάτια όπως τα “No river to take me home” και το διπολικό κομμάτι “I can see you” που επιδίδεται από τη μία στην πλήρη ηρεμία και από την άλλη σε βίαια ξεσπάσματα. Μπορεί να μην έφτασε τους προκατόχους του σε μεγαλειότητα, αλλά ο συγκεκριμένος δίσκος έδειξε ότι οι NEUROSIS γυαλίζουν τις νέες τους επιρροές και δε θα πάρουν ανάσα μέχρι να τις μεταποιήσουν σε διαμάντι.

Και αυτό το διαμάντι δεν άργησε να πάρει τελική μορφή. Μετά από διάφορες ενασχολήσεις όλων με τα side project τους, που την περίοδο 2004-2007 είδαν μια άνθηση, οι NEUROSIS επιστρέφουν στο studio για να δημιουργήσουν μουσική ιστορία ξανά. Απογυμνωμένοι πια από κάθε στοιχείο που δεν είναι ξεκάθαρα NEUROSIS (αφού το έχουν διοχετεύσει σε τόσα άλλα συγκροτήματα στα οποία θα ταίριαζε καλύτερα), μας δείχνουν την πραγματική τους ψυχή μέσα από το “Given to the rising” (2007). Με τα riffs της προγενέστερης τους εποχής -σαφώς βέβαια σε πιο αργές ταχύτητες- αλλά και σε παλαιότερα δεδομένα, όπως το κομμάτι “Water is not enough” που θυμίζει ξεκάθαρα εποχές του “Souls at zero”, φωνητικά που συνδυάζουν κάθε ικανότητα τόσο του Kelly όσο και του Von Till, δυναμική ένταση και ατμόσφαιρα σε ισόποσες δόσεις -βλέπε “Fear and sickness”-, μέχρι και post στοιχεία όπως το κομμάτι “Shadow”, οι NEUROSIS μπορούν να είναι περήφανοι (για ακόμη μία φορά) ότι δημιούργησαν ένα δίσκο που ολοκληρώνει τη μετάβαση από το παρόν στο μέλλον, από τη ζωή πάλι πίσω στο χώμα που μας καλεί να επιστρέψουμε στις ρίζες μας.

Την κυκλοφορία του “Given to the rising” ακολούθησε μια συγκλονιστική ζωντανή παράσταση στο Roadburn festival του 2007, η οποία ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε το 2010. Το από μόνο του σαγηνευτικό κλίμα του Roadburn, τα visuals του Josh Graham και η ικανότητα των NEUROSIS χειρίζονται κάθε σκηνή σαν το παιδικό τους δωμάτιο προσφέρει ένα πανόραμα ήχου και εικόνας στον θεατή. Διαθέσιμη είναι και μία βιντεοσκόπηση ολόκληρης της εμφάνισης τους.

Το τελευταίο πόνημα των NEUROSIS ήρθε αρκετά πρόσφατα με την κυκλοφορία του “Honor found in decay (2012), έπειτα από μια μακρόχρονη παύση 5 χρόνων που έδωσε τη δυνατότητα για τα περίφημα live των NEUROSIS που γίνονταν μία στο τόσο, αλλά και για τη δημιουργία πληθώρας νέων project & supergroup, όπως και για νέες κυκλοφορίες των παλαιότερων τους. Αν και στιχουργικά παραμένουν κι εδώ πιστοί στις ρίζες τους –μέχρι και στον τίτλο η αναγνώριση του ξεπεσμού του ανθρώπινου είδους αλλά ταυτόχρονα η περηφάνια για τη μορφή του, η εύρεση της μεγαλύτερης αξίας μέσα στη χειρότερη κατάντια είναι εμφανή-  οι NEUROSIS δεν καταφέρνουν να καταπλήξουν τα πλήθη με το “Honor found in decay”. Αν και είναι ένας αξιόλογος δίσκος εν γένει, ξέρουμε πολύ καλά ότι μπορούν να τα καταφέρουν πολλές φορές καλύτερα από αυτό. Με μία περισσότερο doom όψη αυτή τη φορά, θα λέγαμε ότι ξεχωρίζουν τα κομμάτια “We all rage in gold”, “My heart for deliverance”, “Casting of the ages” και “Bleeding the pigs”. Η κυκλοφορία συμπίπτει επίσης και με την παύση συνεργασίας με τον Graham, πράγμα που πιθανότατα αποτέλεσε πλήγμα στις ζωντανές τους εμφανίσεις καθώς η συμβολή του ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Θέλω να πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί μια μετάβαση για τους NEUROSIS, και βέβαια κάνοντας μια πρόβλεψη σύμφωνα και με το τελευταίο δείγμα του Kelly από τους CORRECTIONS HOUSE, στο μέλλον θα έχουμε να κάνουμε με ακόμη πιο πειραματικά δεδομένα.

THE PROJECTS

NEUROSIS & Jarboe collaboration (2003):       

Οι SWANS πάντοτε θεωρούνταν μεγάλη επιρροή για τους NEUROSIS, κατά κάποιον τρόπο υπήρξαν προπάτορες τους. Η σύνδεση των δύο σχημάτων εξακολουθεί να είναι ισχυρή ακόμα και σήμερα (άλλωστε τον Μάιο του 2013 μοιράστηκαν την ίδια σκηνή στο Παρίσι, με τους SWANS μάλιστα να ανοίγουν τη συναυλία για τους καλύτερους μαθητές τους NEUROSIS) που τα δυο σχήματα έχουν διαφοροποιηθεί και εξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό. Οι μεν Neurosis από μια hardcore μπάντα σε θεμελιωτές του post metal, οι SWANS, από την άλλη, από ένα ακόμα post punk γκρουπ σε αυτό post everything θηρίο που είναι τώρα.

Με αυτά τα δεδομένα η συνεργασία των NEUROSIS με την Jarboe, την τραγουδίστρια (αλλά και κιμπορντίστρια) των SWANS, μέχρι την – προσωρινή, όπως αποδείχτηκε- διάλυση τους το 1997, μόνο ταιριαστή μπορεί να χαρακτηριστεί. Άλλωστε και το τελικό αποτέλεσμα που κυκλοφόρησε το 2003 επιβεβαιώνει τον παραπάνω χαρακτηρισμό. Στο ολοκληρωμένο σύμπαν των Neurosis ήρθε να προστεθεί η χαρισματική, μυστηριακή performance της Jarboe και ο καρπός αυτής τη συνεργασίας ήταν μια σειρά από αξιομνημόνευτα κλασικά NEUROSIS κομμάτια, όπως τα “Within”, “Taker”, “Erase” και “Cringe”. Αλλά και το επιβλητικό “His Last Words” καθώς και τα θαυμάσια “Receive” και “Seizure”, δύο από τις πιο μελωδικές στιγμές στην πορεία των NEUROSIS (δεν μας έχουν συνηθίσει άλλωστε στις ακουστικές κιθάρες).

Το Neurosis & Jarboe είναι ένας δίσκος που δικαίωσε τις προσδοκίες που είχαν όλοι από μια συνεργασία δυο ονομάτων με σπουδαία παρακαταθήκη πίσω τους. Καταγράφει την αρμονική τους συνύπαρξη στο σημείο όπου το σκοτεινό και βίαιο ηχητικό περιβάλλον των NEUROSIS συνάντησε την αλλόκοτη παρουσία και ερμηνεία της Jarboe (τα γυναικεία φωνητικά της, ούτως ή άλλως, ήταν κάτι καινοτόμο για το συγκρότημα). Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα άλμπουμ που συμπληρώνει την υπόλοιπη δισκογραφία της μπάντας από την Καλιφόρνια και δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, μια στιγμή προορισμένη να χαθεί στη λήθη.

CULPER RING (2003):

Με μία και μοναδική κυκλοφορία το 2003, με τίτλο “355”, οι CULPER RING αποτέλεσαν το προμήνυμα ότι ο Steve Von Till αγαπάει τον ambient ήχο κι έχει σκοπό να ασχοληθεί περισσότερο, όπως κι έκανε αργότερα μόνος του με το όνομα HARVESTMAN. Εδώ, σε συνεργασία με τους Mason Jones και Chris Force δημιουργούν έναν κλασσικό δίσκο του ιδιώματος, ευχάριστο και ταυτόχρονα μελαγχολικό και άκρως νοσταλγικό.

BLOOD & TIME (2004):

Η πρώτη ενασχόληση του Josh Graham με κάτι πέρα από τους NEUROSIS έρχεται το 2004 με τους BLOOD & TIME. Ουσιαστικά πρόκειται για μια πρωτοβουλία του Scott Kelly,  ο οποίος τρία χρόνια μετά την πρώτη solo κυκλοφορία του “Spirit Bound Flesh” (2001), προσκαλεί τον Josh Graham στην κιθάρα και μαζί με τον Noah Landis (υπεύθυνος για τα πλήκτρα στους NEUROSIS) και τους Anthony Nelson στο μπάσο και Stephen Garrett στα drums, κυκλοφορούν το εξαιρετικό “At the Foot of the Garden” (2004) μέσω της Neurot Recordings. Ηχητικά το “At the Foot…” ακολουθεί την φυσική εξέλιξη της προσωπικής μουσικής πορείας του Scott Kelly διατηρώντας τον αργό σκοτεινό ρυθμό με μόνη διαφορά ότι  οι αιχμηρές country απολήξεις έχουν λειανθεί για τα καλά. Η δεύτερη κυκλοφορία του συγκροτήματος  έρχεται μόλις έναν χρόνο πριν το εκπληκτικό “The Wake” (2008) του δεύτερου solo δίσκου του Kelly. Το ομότιτλο ep των BLOOD & TIME με τον πολυπράγμονα Vinnie Signorelli (UNSANE ,ex- SWANS, ex- A STORM OF LIGHT) στα drums, περιέχει κομμάτια όπως το “A Silver Ocean Storm” καθώς και την πρώτη διασκευή σε κομμάτι του μεγάλου μουσικοσυνθέτη της country Townes Van Zandt (“Rake”), που αργότερα ο Kelly θα του αφιερώσει ολόκληρο δίσκο.

HARVESTMAN (2005):

Ο Steve Von Till δεν καθησυχάζεται μόνο στο προσωπικό του project με το όνομά του, αλλά επιθυμεί και τη δημιουργία ενός σύμπαντος για παράλληλες αναζητήσεις. Έτσι, υπό την ταμπέλα HARVESTMAN κυκλοφορεί άλλους 3 προσωπικούς δίσκους την περίοδο 2005-2010, κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τις κυκλοφορίες “Lashing the Rye” (2005), “In a Dark Tongue” (2009) και “Trinity” (2010). Αυτή τη φορά τα πειράματα του Von Till τον οδηγούν σε ένα όμορφο πάντρεμα folk/pagan στοιχείων με drone/ambient τονικότητες. Μουσική για χαλάρωση και μια πολύ διαφορετική προσέγγιση του γενικότερα βαρέων βαρών ήχου που μας έχει συνηθίσει ο Steve τόσο καιρό.

RED SPAROWES (2005-2006):

Η δεύτερη απόπειρα του Graham πραγματοποιείται κι αυτή με μη πρωταγωνιστικό ρόλο. Φυσικά αναφερόμαστε στην δημιουργία των RED SPAROWES, οι οποίοι απαρτίζονταν κυρίως από μέλη των ISIS. Ο Josh Graham βρίσκεται για άλλη μια φορά πίσω από την θέση του κιθαρίστα, ενώ θα συμβάλει και από το πόστο του visual artist, φέρνοντας μαζί του τις αντίστοιχες επιρροές του από την δουλειά που έχει κάνει στους NEUROSIS. Την διετία 2005-2006 θα συμμετάσχει σε δύο διπλές κυκλοφορίες, “At the Soundless Dawn” (2005) και “Every Red Heart Shines Toward the Red Sun” (2006), ένα live album καθώς και σε τρία split, με το “Triad” (2006) να ξεχωρίζει, αφού εκτός από το εκπληκτικό “Alone And Unaware, The Landscape Was Transformed In Front Of Our Eyes”, ακούμε επίσης κομμάτια από τους MADE OUT OF BABIES και BATTLE OF MICE.  Η μουσική των RED SPARROWS σίγουρα δεν περιγραφεί μέσα σε λίγες γραμμές. Η συμβολή τους στην αδρή σκιαγράφηση νέων ηχητικών τοπίων επηρέασε αναμφίβολα τόσο τον ίδιο τον Graham όσο και ένα πλήθος post-rock σχημάτων που ενέταξαν στο ενεργητικό τους αυτή την γνώριμη λεπτή μελωδική φλυαρία που τους έκανε να ξεχωρίζουν.

BATTLE OF MICE (2005):

Ο επόμενος σταθμός του Graham είναι το “supergroup” των BATTLE OF MICE. Μέσα από την συνύπαρξη της απόκοσμης φωνής της Julie Christmas (MADE OUT OF BABIES) με τα διαστροφικά θέματα του Joel Hamilton (BOOK OF KNOTS) στην κιθάρα σε συνδυασμό με την επιβλητική χροιά του Josh Graham, εκκολάφθηκε μια ωδή στην παθολογική παράνοια. Το “A Day of Nights” (2006) κάθε άλλο παρά εύκολο είναι στο άκουσμα. Ωστόσο κομμάτια όπως τα “Bones in the Water” και “Sleep and Dream” υπερβαίνουν κάθε πιθανή κατηγοριοποίηση, αφήνοντας το περιθώριο σε ένα ευρύτερο κοινό.

A STORM OF LIGHT (2007):

Ο Graham έδειξε ξεκάθαρα ότι ο post ήχος τον ενδιαφέρει. Συνεχίζοντας να ασχολείται με το άθλημα, το 2007 αναλαμβάνει κιθάρα σε ένα από τα πολλά υποσχόμενα σχήματα του χώρου, A STORM OF LIGHT. Ο ήχος τους ακροβατεί στα μονοπάτια του doom, του sludge και του σκοτεινού post rock, θυμίζοντας κάπως AMENRA σε πιο γρήγορες ταχύτητες. Οι δύο πρώτες τους κυκλοφορίες, “And We Wept the Black Ocean Within” και “Forgive us our trespasses”, το 2008 και 2009 αντίστοιχα, έδειξαν πως ξέρουν να τιμούν τον ήχο που θέλουν να προσεγγίσουν. Η κορύφωση όμως έρχεται το 2011 και την κυκλοφορία “As the Valley of Death Becomes Us, Our Silver Memories Fade”, που έδειξε το  μέγιστο των δυνατοτήτων τους ενώ περιελάμβανε συμμετοχές από πλήθος καλλιτεχνών όπως η Jarboe (SWANS, JARBOE), o Kim Thayil (SOUNDGARDEN) και η Nerissa Campbell (AMBER ASSYLUM). Η τελευταία τους δουλειά έλαβε χώρα το 2013 και είχε τίτλο “Nations to flames”.

SHRINEBUILDER (2008):

Το περίφημο supergroup των Scott Kelly, Scott “Wino” Weinrich (SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO) – που έτι μία φορά συνεργάζονται-, Al Cisneros (OM, SLEEP) και Dale Crover (MELVINS, PORN, EYEHATEGOD, ALTAMONT, PLAINFIELD) δεν είναι άλλο από τους SHRINEBUILDER. Και φυσικά τι είναι αυτό που παίρνεις όταν μαζεύεις κάποιες από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του sludge και stoner ήχου μέσα στον ίδιο χώρο; Έναν από τους πιο ζεστούς, σκοτεινούς, πολύ περίεργης ταχύτητας δίσκους όλων των εποχών, που συνδυάζει αρμονικά τόσο τις ξεχωριστές φωνές των παραπάνω κυρίων, όσο και όλα τα μουσικά στοιχεία που για τόσα χρόνια μας προσέφεραν απλόχερα μέσα από τις βασικές τους μπάντες. Η μοναδική τους κυκλοφορία “Shrinebuilder” (2009) ήταν αρκετή για να καταστήσει το όνομά τους υπολογίσιμη δύναμη στα στρατόπεδα του αργόσυρτου και βρώμικου metal. Αν και λόγω του φόρτου εργασίας όλων οι SHRINEBUILDER έχουν μπει στην άκρη, μία ακόμη κυκλοφορία τους θα ήταν κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη.

Scott Kelly / Steve Von Till / Wino collaboration – “Songs of Townes Van Zandt” (2012):

Όσοι έχουν παρακολουθήσει τις solo δουλειές του Scott Kelly και του Steve Von Till γνωρίζουν ότι αυτές έχουν τις ρίζες τους στην λαϊκή αμερικάνικη μουσική, τη folk και την country. Συνεπώς, η απόφαση τους να κάνουν ένα δίσκο με διασκευές σε τραγούδια τους σπουδαίου μουσικού της country – folk μουσικής Townes Van Zandt μόνο ως έκπληξη δεν μπορεί να θεωρηθεί, αντίθετα μοιάζει με φυσιολογική κίνηση. Από την άλλη, χρειάζεται πολύ θάρρος, ιδιαίτερα για μουσικούς της δικής τους γενιάς και μάλιστα προερχόμενους από το metal, για να καταπιαστούν με τα γεμάτα πόνο, απώλεια, καταχρήσεις και αλκοόλ τραγούδια του Van Zandt.

Το 2012, λοιπόν, οι δυο ηγετικές φιγούρες των NEUROSIS, Kelly και Von Till ένωσαν τη δυνάμεις τους με την εμβληματική μορφή του doom metal Scott “Wino” Weinrich (SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO) για το “Songs of Townes Van Zandt” ένα συνεργατικό δίσκο – φόρο τιμής στον πρόωρα χαμένο Townes Van Zandt. Καθένας τους ανέλαβε να φέρει στα μέτρα του τρία κομμάτια από τον μακρύ κατάλογο του Van Zandt. Ο Steve Von Till κράτησε την καλύτερη στιγμή του δίσκου καθώς έδωσε μια σπαρακτική ερμηνεία στο συγκλονιστικό “Black Crow Blues”, τραγουδώντας με βραχνή φωνή «it’s a life worth the living but we all gotta die», μια διασκευή πραγματικά στοιχειωτική. Πολύ αξιόλογες και οι ερμηνείες του στο πασίγνωστο “If I Needed You” και το “Snake Song”. Ο έτερος frontman των Neurosis Scott Kelly μοιάζει να βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον τραγουδώντας το περίφημο “St. John The Gambler” αλλά και τα “Lungs” και “Tecumseh Valley”. Όσο για τον τρίτο της παρέας Wino ο ρόλος του είναι μάλλον συμπληρωματικός παρά πρωταγωνιστικός. Ωστόσο και αυτός είναι μέσα στο κλίμα του δίσκου, άλλωστε με το άλμπουμ “Adrift” απέδειξε ότι γνωρίζει κι αυτός πολύ καλά την country – folk μουσική της χώρας του. Με περίσσιο πάθος αποδίδει τις συνθέσεις “Rake”, “Nothin’” και “A Song For” του Van Zandt.

Οι Kelly και Von Till συνεπικουρούμενοι από τον Wino δεν δίστασαν να αναμετρηθούν με το αξεπέραστο υλικό του Van Zandt και τα κατάφεραν, φτιάχνοντας ένα αξιόλογο δίσκο με πολύ μεράκι και αγάπη για τη μουσική του Van Zandt. Μια υπόκλιση στο μουσικό μεγαλείο του Van Zandt από τρεις σπουδαίους μουσικούς.

CORRECTIONS HOUSE (2012):

Και φυσικά για τον Scott Kelly δε θα μπορούσε να είναι αρκετό μόνο ένα supergroup, οπότε έφτιαξε και δεύτερο. Οι CORRECTIONS HOUSE που ακούστηκαν πολύ στη χώρα μας καθώς παρ’ ολίγου να εμφανιστούν μαζί με τους NEUROSIS ως special guests (κάτι που δυστυχώς δεν συνέβη), δεν είναι άλλοι από τους κυρίους Scott Kelly, την προσωπική αδυναμία κύριο Mike IX Williams (EYEHATEGOD, ARSON ANTHEM, OUTLAW ORDER), τον Sanford Parker (BURIED AT SEA, MINSK) και τον Bruce Lamont (BLOODIEST, CIRCLE OF ANIMALS, YAKUZA). Η μοναδική τους ομώνυμη κυκλοφορία που κυκλοφόρησε το 2013, έχει έναν ήχο που εγώ προσωπικά τον λάτρεψα από την αρχή. Ενώ εισάγεται καμουφλαρισμένος με κλασικές sludge – ατμοσφαιρικές μελωδίες της μετέπειτα NEUROSIS εποχής, σταδιακά ο ήχος βαραίνει και προσαρμόζεται παράλληλα με πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία και samples, που φτάνουν οριακά και επιταχυμένα drone ακούσματα. H βαρύτητα και το σκοτεινό του ήχου σε ταξιδεύουν σε έναν κόσμο παρανοϊκής ημικρανίας, βγαλμένο από το Pi του Aronofsky και τα soundtrack του Clint Mansell, παρέα με τα όργανα και τα φωνητικά των προαναφερθέντων κυρίων. Μάλλον η καταραμένη ποίηση βρήκε το δάσκαλό της. Ελπίζουμε να καταφέρουμε να τους δούμε στ’ αλήθεια κάποια στιγμή στη χώρα μας, είναι το καινούριο, το πρωτοποριακό, ένα άνοιγμα που χρειάζεται ο συγκεκριμένος ήχος, και τέλος, το δείγμα ότι τέτοιες μουσικές προσωπικότητες ξέρουν ακριβώς τι να κάνουν για να προχωρήσουν και να προσφέρουν Μουσική (ναι, με κεφαλαίο Μ) στο κοινό τους. Αξίζει να ακόυσετε το πρώτο κομμάτι του δίσκου, “Serve or survive”, για να καταλάβετε ακριβώς την ηχητική μετάβαση για την οποία μιλάω.

neurosis_promo

“Looking away from the fall of tomorrow, tunneling through the black that will follow”.

Τι κρύβει λοιπόν το μέλλον για τους αγαπημένους μας NEUROSIS; Απ’ ότι η μέχρι σήμερα πορεία τους μας δείχνει, όλα είναι πιθανά. Η μουσική τους έμπνευση είναι ανεξέλεγκτη/ανεξάντλητη, και φυσικά αντί να την καταπνίγουν φροντίζουν να τη μεταβιβάζουν ποικιλοτρόπως. Συνέταξαν ένα συγκρότημα που άλλαξε τη μουσική πορεία και μαζί με τους EYEHATEGOD έχτισαν τον ήχο του sludge για να πατήσουν πάνω άλλοι κι άλλοι, διασχίζοντας το χάσμα του punk μέχρι τα όρια του drone, δημιούργησαν συγκροτήματα για όλα τα γούστα, έγραψαν στίχους που γέμισαν τα βράδια σου με φιλοσοφικές αναζητήσεις για το τι είναι και το τι δεν είναι, σε πήγαν σε τοπία που η ύπαρξή σου μοιάζει ασήμαντη. Είναι εδώ και θα είναι απ’ ότι φαίνεται για πολύ καιρό ακόμη, προκαλώντας έκπληξη, συμπάθεια, ερωτηματικά, θαυμασμό. Will you stand or run?…

Neurosis_final poster_net

NEUROSIS – UNIVERSE 217 – AGNES VEIN (3/7/2014, Fuzz Club)

Το βράδυ εκείνης της Πέμπτης έμελλε να χαραχθεί στην μνήμη πολλών δύσμοιρων ψυχών που αποφάσισαν, είτε ακολουθώντας ένα ανεκπλήρωτο όνειρο είτε ασπαζόμενοι το κάλεσμα της μοίρας, να παραβρεθούν στο Fuzz για να παρακολουθήσουν τους NEUROSIS, αυτούς τους δυσθεώρητους μουσικούς τιτάνες που για πρώτη φορά στην μακρόχρονη πορεία τους επισκέφθηκαν την χώρα μας. Φυσικά οι συστάσεις για τους NEUROSIS είναι περιττές. Αναφερθήκαμε άλλωστε εκτενώς στο παραπάνω αφιέρωμα. Το μόνο που παρέμενε άγνωστο μέχρι τη στιγμή που θα ανέβαιναν στη σκηνή, ήταν κατά πόσο οι υψηλές μας προσδοκίες θα λάμβαναν σάρκα και οστά.

Η αρχική ανακοίνωση για την εμφάνιση των CORRECTION HOUSE του Scott Kelly ως support, τελικά δεν ευοδώθηκε με αποτέλεσμα την θέση τους να πάρουν οι AGNES VEIN και οι UNIVERSE 217, δύο συγκροτήματα αρκούντως γνωστά, καταξιωμένα στο Αθηναϊκό κοινό. Πρώτοι στην σκηνή ανέβηκαν οι Θεσσαλονικείς AGNES VEIN, αναλαμβάνοντας ένα ομολογουμένως δύσκολο εγχείρημα. Όταν έχεις σαν headliners τους NEUROSIS ό,τι και να παίξεις, με όσο πάθος κι αν διαθέτεις, απλά δεν μπορείς παρά να είσαι καταδικασμένος να τελέσεις μια σχεδόν διεκπεραιωτική εμφάνιση. Όχι ότι κάτι τέτοιο ίσχυσε στην προκειμένη περίπτωση, απλά και μόνο η προσμονή για την επικείμενη εμφάνιση είναι ικανή να διαγράψει ο,τιδήποτε άλλο παρεμβάλλεται μέχρι αυτή να πραγματοποιηθεί. Στο θέμα μας όμως. Τους AGNES VEIN αν και τους γνωρίζω εδώ κι αρκετά χρόνια, ωστόσο πρώτη φορά έτυχε να τους δω από κοντά, κάτω από συνθήκες που όπως περιέγραψα παραπάνω δεν ήταν κι οι ευνοϊκότερες για να μετέχω πλήρως στο μακροσκελές black/doom ιδίωμα που πρεσβεύουν. Οι μονολιθικές συγχορδίες που διαταράσσονταν από το οργιώδες ξέσπασμα θα αντηχούσαν καλύτερα σε ένα πιο μικρό και ζεστό venue, παρά στην τεράστια για το τριμελές συγκρότημα, σκηνή του Fuzz και με τον κόσμο να μην έχει γεμίσει ούτε κατά το ήμισυ τον χώρο. Παρόλα αυτά κέρδισαν επάξια το χειροκρότημα όλων μας, κι έδωσαν την σκυτάλη στους επόμενους.

Οι UNIVERSE 217 είναι κι αυτή μια μπάντα που δεν χρειάζεται συστάσεις. Όσο κι αν σνομπάρει κάποιος τα underground events ή festival, σίγουρα θα έχει πετύχει το αθηναϊκό κουαρτέτο στην θέση ενός support σε κάποια μεγάλη συναυλία. Είναι μια μπάντα που έχει σφυρηλατηθεί από την πληθώρα των ζωντανών εμφανίσεων. Ωστόσο από το 2007 που θυμάμαι τον εαυτό μου να τους παρακολουθεί, πρέπει να είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει σε μια τόσο μεγάλη σκηνή και για ένα τόσο μεγάλο όνομα. Γι’ αυτό ίσως και το στήσιμό τους πάνω στο σανίδι είχε μια διαφορετική προσέγγιση από την συνηθισμένη. Φαινόταν πως η συναυλία αυτή για τους ίδιους είχε έναν διαφορετικό σκοπό. Ήταν ένα στοίχημα. Όχι φυσικά με το κοινό, αυτό άλλωστε τους ξέρει πολύ καλά, αλλά με τους ίδιους τους εαυτούς τους, για το αν θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στο βάρος της ευθύνης που τους αναλογούσε. Είχαν συνειδητοποιήσει πως οι μουσικοί που τόσο τους έχουν επηρεάσει, βρίσκονταν μια ανάσα μακριά τους και ουσιαστικά οι ίδιοι προλόγιζαν την μετέπειτα εμφάνισή τους. Ψυχωμένοι λοιπόν απέδωσαν τα μέγιστα, με ένα setlist βασισμένο κυρίως στο “νέο” υλικό τους από τον πρόσφατο δίσκο τους, το οποίο κατά τόπους είχε δεχθεί κάποιες τροποποιήσεις, με μια Τάνια που δε βαριέσαι ποτέ να την απολαμβάνεις να βρίσκεται στο επίκεντρο των συνθέσεων (η οποία φρόντισε να εναρμονιστεί ενδυματολογικά με τον Scott Kelly) και τα υπόλοιπα μέλη να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Το κλείσιμο με το, επικών διαστάσεων, “Never” να αναγραμματίζεται στο θρυλικό “Swallow” μας έδωσε εκτός από τα παπούτσια στο χέρι, κι ένα ηχηρό χαστούκι, ξυπνώντας μας από τον παρατεταμένο μεσμερισμό στον οποίο είχαμε περιέλθει.

Νίκος Ζέρης

Μισή ώρα μετά τις 10, όλα ήταν πανέτοιμα και στημένα στην εντέλεια για να υποδεχθούν τους NEUROSIS. Με πρώτους και καλύτερους τους Noah Landis και Dave Edwardson, το συγκρότημα με καταγωγή από το Oakland, δεν άργησε να πάρει την θέση του στη σκηνή εν μέσω αποθέωσης από ένα Fuzz που, αν και όχι ασφυκτικά γεμάτο, διαπνεόταν καταφανώς από ένα αίσθημα έντονης ανυπομονησίας. Έπειτα από ένα σύντομο intro, το ξεκίνημα του set ήταν στην κυριολεξία βγαλμένο από τις απόκρυφες φαντασιώσεις των οπαδών του συγκροτήματος. Τα μινιμαλιστικά vibes του  “A sun that never sets” από το ομώνυμο άλμπουμ του 2001 καθώς και του “Locust star” από το αριστουργηματικό “Through Silver in Blood”, έδωσαν με καταιγιστική μανία το σινιάλο για μια βουτιά στον απύθμενο κόσμο της παράνοιας και των νευρωτικών παραισθήσεων. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η επιβλητική κιθαριστική και φωνητική παρουσία των Steve Von Till και Scott Kelly φάνηκε να κερδίζει με χαρακτηριστική άνεση τον ρόλο της κινητήριας δύναμης αυτού του ιδιόμορφου πνευματικού-εγκεφαλικού ταξιδιού, με τους υπόλοιπους να ακολουθούν κατά πόδας σε ρόλο συνοδηγού. Το γεγονός αυτό βεβαίως έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρο στην συνέχεια του set, η οποία μοιράστηκε ανάμεσα στο σχετικά πιο πρόσφατο άλμπουμ της μπάντας, το “Honor found in decay”, και σε εμβληματικές αναφορές στην υπόλοιπη δισκογραφία των NEUROSIS. Κάπως έτσι μετά το “At the Well”, δράση ανέλαβαν τα ambient ηχοχρώματα των “Distill (Watching the swarm)” και “The Tide”, τα οποία χάρη στο μαγικό άγγιγμα του Noah Landis πίσω από τα noise effects και τα synths, όρθωσαν γιγαντιαίες υπνωτικές σκιές που ανάγκασαν το μεγαλύτερο κομμάτι του Fuzz να κοιτάζει σχεδόν αποσβολωμένο και συγκλονισμένο όσα εκτυλίσσονταν επί σκηνής.

IMG_9294_filtered copy - Copy

Από κει και πέρα, η δεύτερη αναφορά στο “Given to the Rising” με τον φοβικό ογκόλιθο του “Water is not enough” αποτέλεσε αναμφίβολα μια εκ των κορυφαίων στιγμών της βραδιάς. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά όπου ο κατά τ’ άλλα κρυστάλλινος ήχος έγινε τόσο επώδυνα διαπεραστικός και ισοπεδωτικός, με συνέπεια να προκληθούν μαζικά κύματα σβερκικής παράκρουσης στις πρώτες σειρές μπροστά από την σκηνή. Αντιστοίχου μεγέθους όμως με τις απανωτές σεισμικές δονήσεις που συγκλόνισαν τα ηχεία και τα ντουβάρια του Fuzz, ήταν και οι επιδόσεις του ίδιου του συγκροτήματος, με το δίδυμο των Kelly και Von Till να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία των εντυπώσεων σκορπώντας κατά βούληση σαν ανήμερα θεριά υπέρογκα, σχεδόν σαπισμένα riffs και στίχους γεμάτους ένταση, τον Jason Roeder να δοκιμάζει τις αντοχές των τυμπάνων του μέχρις εσχάτων με αποστομωτική αρτιότητα και επιδεξιότητα και τον Dave Edwardson να προσφέρει την απαιτούμενη στιβαρότητα με τις μπασογραμμές του, κάνοντας στα ενδιάμεσα μορφασμούς που άνετα παρέπεμπαν σε πρώην τρόφιμο ψυχιατρικής κλινικής. Τολμώ να πω πάντως ότι προσωπικά εκείνος που με εξέπληξε δεν ήταν άλλος από τον Noah Landis. Με μια σχεδόν νιρβανική ηρεμία ζωγραφισμένη στις περισσότερες εκφράσεις του προσώπου του και κινήσεις που περισσότερο θύμιζαν καλοκουρδισμένο ρομπότ παρά ζωντανό μουσικό, αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο ατμοσφαιρικό υπόβαθρο της μουσικής του σχήματος και την θεατρικότητα που θέλησε να επιβάλλει επί σκηνής. Ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων αποτυπώθηκε εμπράκτως και στα επικά “My heart for deliverance” και “Bleeding the pigs” από το “Honor found in decay” όπου το τριπάρισμα απογειώθηκε σε υπνωτικά υψίπεδα  ενώ η χαοτική εκτέλεση του “The doorway” αποτέλεσε την τελευταία ισχυρή ένεση αδρεναλίνης πριν από το φινάλε. Ένα κλείσιμο αλλά και μια εγκεφαλική συνουσία διάρκειας σχεδόν κάτι παραπάνω από μιάμισης ώρας που επισφραγίστηκε με το ανατριχιαστικό “Stones from the sky”, το οποίο πλημμύρισε τις φλέβες και τις ψυχές όσων βρέθηκαν στο Fuzz με αυτό που κάθε ζωντανό έργο τέχνης οφείλει να επιδιώκει. Κάθαρση.

IMG_9290_filtered copy - Copy

Δίχως κανένα ίχνος υπερβολής, νιώθω ότι είναι από τις φορές που όσα και να πεις και να γράψεις δεν μπορούν παρά να αποτυπώσουν στο ελάχιστο όλα όσα πραγματικά συνέβησαν στην πιο καθηλωτική συναυλιακή βραδιά της φετινής χρονιάς. Οι NEUROSIS δεν ανταποκρίθηκαν απλώς στις υψηλές προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί γύρω από την εμφάνιση τους, αλλά πιστοποίησαν με το πλέον εμφατικό τρόπο ότι παραμένουν μοναδικοί και τρομακτικά αξεπέραστοι στο είδος τους, δημιουργώντας έτσι ένα νέο ποιοτικό μέτρο σύγκρισης που θα συνοδεύει από δω και στο εξής κάθε μελλοντική συναυλία σε αυτόν τον δύσμοιρο τόπο.

Και ειλικρινά δεν μπορώ να φανταστώ σε τι κατάσταση θα φεύγαμε από το Fuzz έτσι και συνόδευαν ακόμη τις εμφανίσεις των NEUROSIS τα γνωστά μυθικά visuals του παρελθόντος.

Πάνος Δρόλιας

Φωτογραφίες live: Μιχάλης Κουρής

Πρώτη δημοσίευση: RockHard.gr, Ιούλιος 2014

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Information

This entry was posted on 7 December 2015 by in Άρθρα - Αφιερώματα and tagged , , .
%d bloggers like this: